καινοπαθής

καινο-πᾰθής, ές,
A new-suffered: unheard of,

πήματα S.Tr.1277

(anap., v.l. [suff] καινο-παγῆ).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καινοπαθής — καινοπαθής, ές (Α) αυτός που παθαίνει ή έπαθε κάτι καινούργιο, φοβερό και ανήκουστο («πολλὰ πήματα καὶ καινοπαθῆ», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < καινός + παθής (< πάθος), πρβλ. κακο παθής, πολυ παθής] …   Dictionary of Greek

  • καινοπαθῆ — καινοπαθής new suffered neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) καινοπαθής new suffered masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) καινοπαθής new suffered masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινοπαθεῖ — καινοπαθέω suffer things unheard of pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καινοπαθέω suffer things unheard of pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) καινοπαθής new suffered masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) καινοπαθής new… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινοπαγής — καινοπαγής, ές (Α) δ. γρφ. τού καινοπαθής* …   Dictionary of Greek

  • καινοπαθώ — καινοπαθῶ, έω (Α) [καινοπαθής] παθαίνω νέα, ανήκουστα και φοβερά πράγματα …   Dictionary of Greek

  • καινός — ή, ό (AM καινός, ή, όν) αυτός που γίνεται ή εμφανίζεται για πρώτη φορά, νέος, καινούργιος («θυτῆρα καινῷ καινὸν ἐν πεπλώματι», Σοφ.) 2. φρ. «Καινή Διαθήκη» (σε αντιδιαστολή με την Παλαιά Διαθήκη) το βιβλίο που περιέχει τα ιερά βιβλία τής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.